Ο «δρόμος» του Μακάρθι - Μια δεύτερη ανάγνωση
Ο δρόμος, η θάλασσα, η ελπίδα...

Η δεύτερη ανάγνωση είναι περισσότερο αίσθηση και λιγότερο δοκιμασία. Είναι κυρίως μια ευκαιρία για να συμπληρώσει κανείς κάποια αναπόφευκτα κενά που άφησε η πρώτη ανάγνωση. Ξαναδιαβάζοντας τον «Δρόμο» του Κόρμακ Μακάρθι σε μετάφραση του Γιώργου Κυριαζή από τις εκδόσεις Gutenberg, στάθηκα πρώτα-πρώτα στην έννοια του ίδιου του Δρόμου, που σύμφωνα με τον συγγραφέα είναι το τελευταίο πράγμα που εξαλείφεται, αν εξαλείφεται, σε μια ολική καταστροφή. Ο Δρόμος είναι σημάδι ανθρώπινης παρουσίας αλλά και σημείο αναφοράς πολιτισμού. Υποκαθιστά τη διαδρομή, το ταξίδι, την ζωή, τον ίδιο τον Χρόνο.
Αν υποθέσουμε ότι το τέλος σε αυτή τη διαδρομή είναι πάντοτε η θάλασσα, ότι όλα τέλος πάντων καταλήγουν στη θάλασσα, τότε η ακτή είναι το σύνορο της στεριάς αλλά και η εσχατιά της ζωής ή μιας συγκεκριμένης ζωής. Σε αυτή την εσχατολογική αφήγηση οι ήρωες δεν χρειάζονται ονόματα. Ο άνθρωπος είναι ανώνυμος όπως ο θεός, προσδιορίζεται ίσως μόνο από την ηλικία του, άντρας, παιδί, γέρος, γυναίκα, γριά, προσδιορίζεται και από τη σχέση του με τους άλλους, πατέρας, γιος, μητέρα, κόρη... Η ανθρώπινη επικοινωνία δεν χρειάζεται να έχει τίποτε το συγκεκριμένο, οι διάλογοι αναφέρονται σε κάτι ακαθόριστο, θυμίζουν άλυτους γρίφους, χτίζονται με μια αδήριτη λογική που οδηγεί εντέλει στον παραλογισμό. Σε ένα κόσμο ολικά κατεστραμμένο τίποτε δεν είναι δεδομένο. Δεν υπάρχει ηθική, ή μάλλον η μόνη ηθική είναι αυτή της επιβίωσης, δεν υπάρχει καλό ή κακό, δίκαιο ή άδικο, δεν υπάρχει ελπίδα, ή αν υπάρχει, πρέπει να την δημιουργηθεί εξαρχής. Κάθε πράξη, απόφαση ή επιλογή, πάνω στο δρόμο που οδηγεί σε μια πιθανή ελπίδα επιβίωσης μπορεί να αποδειχθεί μοιραία. Η αξία ακόμα και του μικρότερου πράγματος βασίζεται στην ύπαρξη ενός μελλοντικού κόσμου (σελ. 179) Αλλιώς φτάνουμε σε εκείνη την πρωτεϊκή κατάσταση του ήρωα στην οποία λίγες ήταν οι νύχτες που ξάπλωνε μέσα στο σκοτάδι, χωρίς να ζηλεύει τους νεκρούς.
Ολυμπιακός: Ο Γκαρθία, ο Ιμπόρα και στη μέση ο Μεντιλίμπαρ!
Δεν συμφωνώ με τη γενική αίσθηση ότι ο Μακάρθι αποτυπώνει ένα μέλλον χωρίς ελπίδα καθώς τελειώνοντας στη σελ. 269 η γυναίκα είπε ότι η ανάσα του Θεού εξακολουθούσε να είναι η ανάσα του κι ας περνούσε από άνθρωπος σε άνθρωπο δια μέσου των αιώνων.